- νεόκοπος
- νεό-κοπτος, u. νεό-κοπος, neu gehauen, frisch ausgehauen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
νεόκοπος — και νιόκοπος, η, ο (Α νεόκοπος, ον) 1. αυτός που κόπηκε πριν από λίγο, φρεσκοκομμένος 2. (κατ επέκτ.) ο πρόσφατος νεοελλ. 1. (ειδικά) (για νομίσματα) αυτός που κόπηκε πρόσφατα για να μπει στην κυκλοφορία ή έχει μπει πρόσφατα στην κυκλοφορία 2.… … Dictionary of Greek
νεόκοπον — νεόκοπος newly cut out masc/fem acc sg νεόκοπος newly cut out neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νε(ο)- — και νιο [ΑΜ νε(ο) ] α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. νέος και στον νεοελλ. τ. νιος. Δηλώνει τις σημασίες: α) τού πρόσφατου, αυτού που έχει συντελεστεί προ ολίγου (πρβλ. νεο σφαγής, νιό βγαλτος,… … Dictionary of Greek
νεόκοπτος — νεόκοπτος, ον (Α) νεόκοπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + κοπτος (< κόπτω)] … Dictionary of Greek
νιόκοπος — η, ο βλ. νεόκοπος … Dictionary of Greek
τσίλικος — η, ο, Ν 1. (για νομίσματα) νεόκοπος, στιλπνός 2. (γενικά) καινούργιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. celik «στιλπνός»] … Dictionary of Greek